Ο ποταμός Νυαμπαρόνγκο, της Fanny Schertzer

(δικαιώματα)

















8 Μαρτίου 2010

Αντικρουόμενες αφηγήσεις, εικασίες και φήμες...

Νεκρή φύση. "Βιβλιάριο εμβολιασμών,χαρτονομίσματα,ταυτότητα του ΟΗΕ, φωτογραφία και συστατική επιστολή.


...για τα έργα και τις ημέρες των προέδρων Πωλ Καγκάμε της Ρουάντας, Γιοουέρι Μουσεβένι της Ουγκάντας, Λωράν Ντεζιρέ Καμπιλά του Κονγκό, κι' ακόμα μερικές φωτογραφίες.

Μέρος Β' (συνέχεια)

Πήγα στην Ρουάντα τον Φεβρουάριο του 1995, όταν είχε ήδη επιστρέψει εκεί ο ΟΗΕ. Αυτή είναι η ταυτότητά μου, παρατηρητής με την αποστολή της Αρμοστείας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, έχει την φωτογραφία μου επάνω, είμαι χαμογελαστός κι' αξύριστος, φοράω ένα μπλουζάκι με τον Φίντο Ντίντο, πολύ αντισυμβατικό καρτούν και διαφημιστικό της Σέβεν Απ, τότε στα μέσα της δεκαετίας.
Η νέα Ρουάντα διαφήμιζε την νέα της κυβέρνηση, εκείνες τις μέρες. Εκλεγμένη δεν ήτανε, αλλά έδειχνε αντιπροσωπευτική. Ο πρόεδρος Παστέρ Μπιζιμούνγκου, ο πρωθυπουργός Φαουστέν Τουαγκιραμούνγκου, ο υπουργός εσωτερικών Σεθ Σεντασόνγκα και οι περισσότεροι του υπουργικού συμβουλίου ήταν χούτου, όπως οι οκτώ στους δέκα ρουαντέζους. Ο Μπιζιμούνγκου και ο Σεντασόνγκα ήταν μάλιστα στελέχη του FPR από το 1990. Οι υπόλοιποι προέρχονταν από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ή πιο σωστά του μέρους της αντιπολίτευσης που δεν είχε αναμιχθεί στην Γενοκτονία. Σ' εκείνη την κυβέρνηση, ο Πωλ Καγκάμε κρατούσε χαμηλό προφίλ, ήταν αντιπρόεδρος και υπουργός αμύνης. Πρόεδρος έγινε πολύ αργότερα, το 2000 συγκεκριμένα, τότε που έχωσε τον Μπιζιμούνγκου στη φυλακή.
Τοποθετήθηκα σε μικρή πόλη στα νότια, το Μπουτάρε, πρωτεύουσα του νομού που φέρει το ίδιο όνομα, με όμορφα χαραγμένους και πλατείς χωμάτινους δρόμους, χαμηλά τούβλινα σπίτια και κήπους κρυμμένους από ψηλούς, καταπράσινους φράχτες.

BUTARE, ο κεντρικός δρόμος (http://www.traveljournals.net/)

Κι' όπου να δει το μάτι δεντροστοιχίες με ευκάλυπτους, ένα déjà vu των παιδικών μου χρόνων. Η ομάδα του Μπουτάρε είχε καμιά δεκαριά παρατηρητές στο σύνολο. Κάθε πρωί χωριζόμασταν και γυρίζαμε τον νομό από κοινότητα σε κοινότητα. ερευνούσαμε καταγγελίες για εξαφανίσεις και δολοφονίες. Και για τις συλλήψεις. Κάθε κοινότητα είχε από ένα κρατητήριο. Αλλού τριάντα, αλλού πενήντα, αλλού διακόσιοι, οι κρατούμενοι για συμμετοχή στις σφαγές πέθαιναν από τα βασανιστήρια, την δυσεντερία και την πείνα. Δεν είχαν χώρο να ξαπλώσουν, δεν είχαν αέρα να αναπνεύσουν, έχεζαν και κατούραγαν σ' έναν κουβά, έπιναν νερό από έναν άλλο, δεν είχαν ούτε παράθυρο, η πόρτα άνοιγε σπάνια, προαυλίζονταν λίγη ώρα κάθε μέρα, άδειαζαν τον ένα κουβά, γέμιζαν τον άλλο κάτω από την κάνη του καλάζνικοφ και τη χλεύη του φρουρού, και γύριζαν μέσα. Συχνά εκείνα τα μπουντρούμια ήταν πρώην κοινοτικές αποθήκες χωρίς ούτε ένα παράθυρο. Οι κρατούμενοι έβλεπαν φως για λίγα λεπτά την ημέρα. Κι' εμένα δουλειά μου ήταν να τους μετράω και να καταγράφω τις συνθήκες κράτησής τους.
Πρέπει ακόμη να προσθέσω πως οι ψευδείς καταγγελίες είχαν γίνει το εθνικό σπόρ. Δύο μάρτυρες ήταν αρκετοί για να βρεθεί κάποιος στην φυλακή και κάποιοι άλλοι να του πάρουν τις μπανανιές και τα ζώα. Μερικές μάλιστα φορές είχε συμβεί και τους άλλους να τους καταδώσουν κάποιοι άλλοι, κι΄ όλοι μαζί να βρεθούν στο ίδιο μέρος προς τέρψιν των φυλάκων. Οι καυγάδες ήταν συχνοί, στην φυλακή. "Δεν φταίμε εμείς", μου έλεγαν οι υπεύθυνοι με ύφος Παναγίας, "μόνοι τους σακατεύονται στο ξύλο, τι θέλετε να κάνουμε;"
Η Μεγάλη Εβδομάδα του 1995 με βρήκε λοιπόν στο Μπουτάρε, κι απ’ το Μπουτάρε το Κιμπέχο απέχει κάπου είκοσι χιλιόμετρα. Εκεί είχαν μαζευτεί κάπου εκατό χιλιάδες χούτου της περιοχής που δεν πρόλαβαν να περάσουν στο Ζαΐρ την προηγούμενη χρονιά. Ο Καγκάμε ισχυριζόταν πως στον καταυλισμό ήταν κρυμμένα όπλα. Την Μεγάλη Τρίτη λοιπόν, 18 Απριλίου, έστειλε στρατό να τα ξετρυπώσει. Κύκλωσε ο στρατός τον καταυλισμό, κάποιοι πρόσφυγες έριξαν πέτρες στους φαντάρους, κάποιοι φαντάροι πυροβόλησαν στο πλήθος, το πλήθος πανικοβλήθηκε, και μέσα στην σύγχιση καμιά δεκαριά άνθρωποι, παιδιά κυρίως, τσαλαπατήθηκαν μέχρι θανάτου. Ο Σεθ Σεντασόνγκα έτρεξε στο Κιμπέχο να προλάβει τα χειρότερα. Ύστερα, μαζί με τον Μπιζιμούνγκου, κατάφεραν να πείσουν τον ΟΗΕ να οργανώσει την εκκένωση του στρατοπέδου από τον κοσμάκη, ώστε να μείνουν εκεί μόνο οι ένοπλοι και οι υπαίτιοι της Γενοκτονίας. Ο Πωλ Καγκάμε δεν μπορούσε να φέρει αντιρρήσεις, κι’ έτσι από την Πέμπτη και μετά άρχισε η επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους. Άλλοι με τα πόδια, άλλοι με τα καμιόνια των κυανοκράνων, κι' άλλοι με κάτι λεωφορεία της Αρμοστείας για τους πρόσφυγες ίδια με σχολικά -μια παράταιρη εικόνα στους λασπωμένους χωματόδρομους του Μπουτάρε- όλοι εκείνοι οι τρόφιμοι του καταυλισμού επέστρεφαν στα σπίτια τους. Με την άφιξη, οι τοπικές αρχές έκαναν ένα πρόχειρο ξεσκαρτάρισμα. Όσοι θεωρούνταν ύποπτοι κατάληγαν χωρίς άλλες διατυπώσεις στην στενή. Σε λίγες μέρες δεν είχαν πια που να τους βάλουν. Στο κρατητήριο της Ρουσατίρα ήταν τόσο πατικωμένοι που μια νύχτα πέθαναν τριάντα εκεί μέσα από ασφυξία.
Τις επόμενες μέρες το FPR απαγόρευσε τον ανεφοδιασμό του καταυλισμού σε νερό, κι έσφιξε τον κλοιό ακόμα περισσότερο. Ήθελαν να ξεμπερδεύουν με το Κιμπέχο για λόγους ασφαλείας, ισχυρίστηκαν. Όμως σύμφωνα με μιαν αντίθετη άποψη, το μακελειό που επακολούθησε ήταν σχεδιασμένο από πριν. Κανείς δεν μπορούσε τότε να είναι βέβαιος για το ποια άποψη ήταν η σωστή. Τελικώς οι πρόσφυγες -για την ακρίβεια οι εσωτερικώς εκτοπισθέντες, όπως ορίζονται κατά το διεθνές δίκαιο- στριμώχτηκαν στην κορφή ενός λόφου πατείς με πατώ σε, τα κάνανε εκεί που κάθονταν, η βρώμα ήταν αφόρητη. Ήταν κι’ ένα τάγμα κυανόκρανοι από την Ζάμπια εκεί, κι' ένας λόχος αυστραλοί του υγειονομικού, και δημοσιογράφοι επίσης, τα είδαν όλα, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά.
Το Μεγάλο Σάββατο, 22 Απριλίου του 1995 βρέθηκα λοιπόν μαζί μ΄ έναν ισπανό, τον Αλφόνσο, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το στρατόπεδο, στην καθημερινή περιπολία. Έβρεχε καταρρακτωδώς εκείνο το πρωί, με βροντές και αστραπές. Ο ραδιοασύρματος είχε πιάσει φωτιά. Τα καμιόνια του ΟΗΕ πηγαινοέρχονταν, οι στρατιωτικοί παρατηρητές πηγαινοέρχονταν, εμείς πηγαινοερχόμασταν, κι' όλοι μιλούσαμε με όλους στην ίδια συχνότητα. Μέσα από κείνο τον σαματά, γύρω στις δέκα το πρωί, ακούσαμε τα νέα από το Κιμπέχο. Το FPR είχε χτυπήσει εκείνο το στοιβαγμένο πλήθος στο ψαχνό, το πλήθος όρμησε να σπάσει τον κλοιό, κι' έπεσε πάνω στα αγκαθωτά συρματοπλέγματα. Υπήρχαν τουλάχιστο εκατό νεκροί μπροστά σε κάποια πύλη. Οδηγούσα αργά μέσα στην λάσπη με τα αυτιά κολλημένα σε μια φωνή από δέκα χιλιόμετρα μακριά. Σε λίγο οι νεκροί έγιναν διακόσιοι. Δεν βγάζαμε μιλιά. Μόνο ο ραδιοασύρματος ακουγόταν, οι κοφτές πληροφορίες, οι βροντές και οι χοντρές σταγόνες της τροπικής μπόρας στην λαμαρίνα της τογιότα.
Το μεσημέρι έγινε ένα διάλειμμα. Η βροχή είχε σταματήσει, στεγνώναμε στην λιακάδα. Ύστερα το πανηγύρι ξανάρχισε. Όχι της βροχής. Το FPR μπήκε στο νοσοκομείο του καταυλισμού και σκότωσε όλους όσους είχαν καταφύγει εκεί. Το FPR χτύπησε τον όχλο με ρουκέτες, όλμους και πολυβόλα. Αργά το απόγευμα, ο ραδιοασύρματος έκανε τον απολογισμό της μέρας. Μέσα απ' τα παράσιτα μια φωνή από το Μπουτάρε ζητούσε επιβεβαίωση: "Four thousand, no hundred". Και μια άλλη από το Κιμπέχο -ένας έλληνας που ήξερα- απάντησε: "Affirmative. Four thousand dead".
Την Κυριακή του Πάσχα βγήκα μόνος μου. Αυτό ήταν αντίθετο με τον κανονισμό, αλλά δεν ήμασταν αρκετοί να καλύψουμε όλα τα χωριά. Όλη μέρα μοίραζα παξιμάδια και μάζευα τραυματίες και άρρωστους που έφταναν χιλιάδες από τους χωματόδρομους του Κιγκέμπε, τους πήγαινα σηκωτούς στον γιατρό ενός σενεγαλέζικου φυλάκιου που ήταν κοντά, ένα παλιό κοινοτικό κτίσμα θαμμένο πίσω από σακιά με άμμο και συρματοπλέγματα. Ανάμεσά τους θυμάμαι και μία γυναίκα, έκλαιγε, κάτι έλεγε, δεν καταλάβαινα λέξη ρουαντέζικα εγώ, είχε ένα νεκρό μωρό στην αγκαλιά, το μωρό είχε τσαλαπατηθεί στο Κιμπέχο πάνω στον πανικό, αυτό όμως μου το εξήγησε κάποιος στα γαλλικά, όμως εκεινής την φωνή θυμάμαι αποσβολωμένος έκτοτε, πρώτη φορά εγώ τουρίστας στην Αφρική, εκτεθειμένος στην ελονοσία και στον κίνδυνο μιας συνάντησης με ποιος ξέρει ποιαν ένοπλη συμμορία που γυρνούσε και σκότωνε πρόσφυγες στα μέρη του Κιγκέμπε, όπως με ειδοποίησε ο ραδιοασύρματος. Και χωρίς γλώσσα δική μου.
Είχε νυχτώσει όταν ξεκίνησα να γυρίσω στο Μπουτάρε, νυχτώνει απότομα στον Ισημερινό, πήρα πάλι τους χωματόδρομους, δεν είχα σήμα, οι συνάδελφοι μ’ έψαχναν, τα δελτία ειδήσεων όλου του κόσμου θα είχαν πρώτη είδηση την σφαγή στο Κιμπέχο, εγώ τραγουδούσα στον δρόμο, "στην αγκαλιά μου απόψε σαν άστρο κοιμήσου, τώρα στον κόσμο δεν μένει ελπίδα καμιά", ξαφνικά αισθανόμουν χωρίς εξήγηση πολύ καλά στ' απόνερα μιας φρίκης μου με άγγιξε μόλις περνώντας ξυστά και ξεμάκραινε τώρα μέσα στην νύχτα, χωρίς να μπορέσω να την δω καλά-καλά, σαν τις συμμορίες που γύριζαν και βγάζαν το άχτι τους πάνω στους πρόσφυγες και -γιατί όχι;- πάνω μας αν εύρισκαν την ευκαιρία, μας θεωρούσαν λίγο-πολύ ιντεραχάμουε, πανάλαφρος κι' εντελώς μόνος κι' ευάλωτος, κι' από τότε μου έχει μείνει το κουσούρι να οδηγάω στους χωματόδρομους τις νύχτες, ειδικά κάθε Πάσχα να πιάνω τις ερημιές, θέλω να είμαι μόνος μου, να μυρίζει σκοτάδι, χώμα και ευκάλυπτους, να βαράνε βεγγαλικά στην καρδιά μου, να σκιρτώ από φόβο και ψύχρα και να τραγουδάω.
Στείλανε τους σενεγαλέζους να με βρούν, είχα όμως σχεδόν φτάσει. Βρήκα τους υπόλοιπους της ομάδας στο εστιατόριο του Ιμπίς, το καλύτερο ξενοδοχείο της πόλης, πάνω στον κεντρικό δρόμο που ξεκινάει από το Κιγκάλι, περνάει έξω από την Γκιταράμα, διασχίζει το Μπουτάρε, και φεύγει νότια, προς την Μπουζουμπούρα, στο Μπουρούντι.
Είδα πολλά εκείνες τις μέρες, αλλά να μην επεκταθώ, άλλο είναι το θέμα μου. Άλλωστε, όσο πιο πολλά βλέπεις τόσο πιο δύσκολα τα περιγράφεις, ο αυτόπτης είναι ο πιο βαρετός αφηγητής, ο πιο μπερδεμένος επίσης, δεν μπορεί να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά. Ούτε και λογοτεχνικό τάλαντο διαθέτω. Ό,τι γράφω είναι σαν υπηρεσιακή αναφορά. Παρ' όλα αυτά συνεχίζω να γράφω, δεν θέλω ό,τι έζησα να πάει χαμένο.
Ποτέ δεν μαθεύτηκε πόσοι σκοτώθηκαν στο Κιμπέχο και στα γύρω μέρη εκείνες τις μέρες. Ο Πωλ Καγκάμε δεν ήταν παρών στο Κιμπέχο. Την σφαγή την χρεώθηκε ο τοπικός διοικητής, το στρατοδικείο του FPR του έριξε αρκετούς μήνες φυλακή. Τελικώς όπλα δεν βρέθηκαν στον καταυλισμό, κάτι μασέτες και μερικά καλάζνικοφ κι' ο κόσμος όλος. Το FPR παραδέχτηκε μόνο δυο-τρεις εκατοντάδες νεκρούς, και δήλωσε πως οι φαντάροι του ήταν σε νόμιμη άμυνα.
Για τον Σεθ Σεντασόνγκα και τους άλλους χούτου της κυβέρνησης, το Κιμπέχο ήταν η Αποκάλυψη. Δεν χώραγε πια αμφιβολία πως ο Πωλ Καγκάμε τους χρησιμοποιούσε για μόστρα του καθεστώτος, πως πραγματική εξουσία στην Ρουάντα ήταν ένας στενός κύκλος τούτσι του FPR, όλοι σχεδόν γεννημένοι και μεγαλωμένοι στην Ουγκάντα, και πως τα περί εθνικής συμφιλίωσης και τα τοιαύτα ήταν φούμαρα για τους πάλλευκους χορηγούς της ανθρωπιστικής βοήθειας και τους διεθνείς οργανισμούς. Η ρήξη δεν άργησε να έρθει. Ο Σεντασόνγκα, ο πρωθυπουργός και κάνα δυο άλλοι του υπουργικού συμβουλίου απολύθηκαν τον Σεπτέμβρη του 1995. Τον Σεντασόνγκα τον άφησαν να φύγει από την Ρουάντα, αλλά μερικά χρόνια αργότερα -το 1998 για την ακρίβεια- δολοφονήθηκε στην Ναϊρόμπι από πράκτορες του FPR. Ετοιμαζόταν να ιδρύσει νέο κόμμα, είπανε, και στην περίπτωση αυτή οι χούτου θα αποκτούσαν πολιτική φωνή απαλλαγμένη από τον λεκέ της Γενοκτονίας, πράγμα που προβλημάτιζε το Κιγκάλι περισσότερο από τους φυγάδες γενοκτόνους στο Ζαΐρ. Κατ’ άλλους, ετοιμαζόταν να καταθέσει στο Διεθνές Δικαστήριο της Αρούσα εναντίον του Πωλ και των πρώην συντρόφων του για τα εγκλήματα του FPR ή την κατάρριψη του αεροπλάνου.
Παρ' όλα αυτά, το 1995 αρκετοί από εμάς -ανάμεσά τους ο Γκράχαμ Τέρνμπουλ, ο Κεν Κόεν κι’ εγώ- πιστεύαμε ακόμη πως οι σφαγές κι’ οι δολοφονίες κι’ οι εξαφανίσεις και οι χιλιάδες συλλήψεις αθώων ήταν κατά ένα τρόπο φυσικό επακόλουθο της Γενοκτονίας, ένα νοσηρό σύμπτωμα που το υγιές FPR προσπαθούσε να ελέγξει. Πίσω από τα μυωπικά γυαλιά, το απρόσιτο βλέμμα του Πωλ Καγκάμε ενέπνεε μια ήρεμη δύναμη, ένα όραμα για μια καλύτερη Αφρική, για μια Ρουάντα που μελλοντικά θα βάδιζε με σιγουριά στον δρόμο της προόδου και της ανάπτυξης, ενωμένη και ειρηνική. Όμως να, κάποιοι απείθαρχοι ρεβανσιστές μέσα στο κίνημα, μαζί και η δίκαιη λαϊκή αγανάκτηση αμαύρωναν την εικόνα της νέας κυβέρνησης στα διεθνή μίντια και φόρα.
Σ' αυτή την φωτογραφία είναι ο Κεν με την υπέροχη πράσινη αφρικάνικη ενδυμασία που του κάναμε δώρο όταν μας είπε πως θα έφευγε οριστικά από την Ρουάντα. Ο Κεν είχε κάνει πολλές αποστολές, Σομαλία, μετά εδώ, Αϊτή πάλι, πάλι εδώ, και τώρα πάλι Αϊτή, είχαν ηρεμίσει τα πράγματα στην Αϊτή, εδώ χειροτέρευαν, το βλέπαμε.
Αργότερα ο Γκράχαμ μετατέθηκε, και είχε μερικές σημαντικές επιτυχίες στο νέο του πόστο. Ανακάλυψε έναν ομαδικό τάφο με κάπου τριάντα πτώματα, και τα πτώματα ανήκαν στους κρατούμενους του τοπικού κρατητηρίου. Ο Γκράχαμ είχε δέσει πολύ καλά τις αποδείξεις του, κι' όλα τα στοιχεία έδειχναν τους ανθρώπους του FPR. Είχα να τον δω καιρό, όμως έμαθα πως μετά το γεγονός είχε αλλάξει πολύ, σταμάτησε να τρέφει αυταπάτες για τον Πωλ Καγκάμε και το Μέτωπο. Από συνήγορος μετετράπη σε δριμύτατο κατήγορό του, κι' έγινε στενός κορσές του FPR ξετρυπώνοντας πτώματα. Αυτό δεν σχετίζεται αναγκαστικά με τον θάνατό του, αν και κάτι τέτοιο είναι πολύ-πολύ πιθανό. Ο Γκράχαμ σκοτώθηκε σε ενέδρα, τον Φεβρουάριο του 1997. Πήγαινε κάπου στο Τσιανγκούγκου σε μία προγραμματισμένη εκδήλωση για την τρίτη επέτειο της Γενοκτονίας, παρέα μ’ έναν καμποτζιανό και τρεις ρουαντέζους, τον οδηγό και δύο διερμηνείς. Τους γάζωσαν μέσα στο αυτοκίνητο, δεν έμεινε κανείς ζωντανός να πει ποιος και γιατί και τι έγινε ακριβώς και μετά βεβαιότητος. Μετά από αυτό, όλη η αποστολή της Αρμοστείας μαζεύτηκε κακήν κακώς στο Κιγκάλι για λόγους ασφαλείας, χάσαμε κάθε επαφή με την υπόλοιπη Ρουάντα. Εν τω μεταξύ, λίγο πριν, τον Μάρτιο του 1996 οι κυανόκρανοι είχαν αφήσει οριστικά την Ρουάντα και τον Νοέμβριο το FPR είχε εισβάλει στο Ζαΐρ και είχε διαλύσει τους καταυλισμούς με την ίδια μέθοδο που είχε δοκιμάσει επιτυχώς στο Κιμπέχο. Εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες -εκόντες άκοντες- επέστρεψαν τότε στα χωριά τους. Καθώς όμως εμείς βαράγαμε μύγες στο Κιγκάλι, ποτέ δεν μάθαμε πόσοι. Ούτε και για την υποδοχή που τους κάνανε μάθαμε, όταν επέστρεψαν.

Ο Κανένας.

Το άρθρο της Wikipedia για την σφαγή στο Κιμπέχο, με πάρα πολλά ντοκουμέντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: